28.1.25

Ο ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ




Ο Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) είναι ο πιο γνωστός έλληνας 
λαϊκός ζωγράφος. Γεννήθηκε μεταξύ 1868 και 1871 στη 
Βαρειά Μυτιλήνης. Ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά 
του Γαβριήλ και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ. Ο πατέρας 
του ήταν τσαγκάρης και η μητέρα του κόρη αγιογράφου.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, λόγω της ισχνής του 
κράσης, αλλά και της αριστεροχειρίας του. Ο 
αριστερόχειρας εκείνη την εποχή εθεωρείτο μειονεκτικό 
άτομο και προκαλούσε αρνητικά σχόλια στον περίγυρό του. 
Οι γονείς, αλλά και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν με 
καταπιεστικό και συχνά βίαιο τρόπο να του αλλάξουν χέρι 
γραφής και να τον κάνουν δεξιόχειρα. Ο μικρός Θεόφιλος 
κλείστηκε στον κόσμο του και βρήκε αποκούμπι στη 
ζωγραφική.




Πολύ νέος, ακόμη, δραπετεύει από τη Μυτιλήνη και φεύγει 

για τη Σμύρνη, την πόλη με τους χιλιάδες Έλληνες, που 

είναι το οικονομικό κέντρο της Μικράς Ασίας. Δουλεύει 

θυροφύλακας στο ελληνικό προξενείο και παράλληλα 

ζωγραφίζει. 


Στη Σμύρνη, ο Θεόφιλος θα διαμορφώσει την 

εικαστική του γλώσσα και το βασικό του θεματολόγιο, από 

τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της 

νεώτερης Ελλάδας. Τότε κάνει τη ζωγραφική επάγγελμά 

του.







Με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 
1897 φεύγει για την Ελλάδα, με την πρόθεση να καταταγεί 
εθελοντής. Πριν προλάβει να γνωρίσει τα πεδία των μαχών, 
ο πόλεμος τερματίζεται. Αποφασίζει να μείνει στον Βόλο, 
πλούσιο αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο στις αρχές του 
20ου αιώνα. Ζει μέσα στη φτώχεια και ζωγραφίζει για 
ψίχουλα στους τοίχους μαγαζιών του Βόλου και του Πηλίου. 
Παράλληλα, διασκεδάζει τους κατοίκους και γίνεται 
αντικείμενο αστεϊσμών με το παράξενο φέρσιμο, αλλά και 
τις φορεσιές του. Από νέος ακόμη, ο Θεόφιλος υιοθετεί τη 
φουστανέλα ως καθημερινό ένδυμα, ενώ τις Απόκριες του 
αρέσει να ντύνεται Μέγας Αλέξανδρος, με στολή δικής του 
επινοήσεως.

Τα οικονομικά του καλυτερεύουν κάπως, όταν ένας 
πλούσιος γαιοκτήμονας της Μαγνησίας, ο Γιάννης Κοντός, 
του αναθέτει το 1912 την τοιχογράφηση του σπιτιού του 
στην Ανακασιά. Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει σκηνές από την 
Επανάσταση του '21, αρχαίους θεούς και τοπία. Σήμερα, η 
οικία Κοντού είναι το Μουσείο Θεόφιλου στον Βόλο.






Το 1927, μη μπορώντας να αντέξει ένα χοντρό αστείο που 
έγινε εις βάρος του, εγκαταλείπει τον Βόλο και επιστρέφει 
στη γενέτειρά του Μυτιλήνη. Λέγεται ότι κάποιος, για να 
διασκεδάσει τους θαμώνες ενός καφενείου, έριξε τον 
Θεόφιλο από μια σκάλα, όπου ήταν ανεβασμένος και 
ζωγράφιζε.

Εν τω μεταξύ, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος μιλά με 
ενθουσιασμό για το έργο του Θεόφιλου στον μυτιληνιό 
Στρατή Ελευθεριάδη σημαίνοντα τεχνοκριτικό στο Παρίσι με 
το γαλλικό όνομα Τεριάν. Ο Ελευθεριάδης είναι ο 
άνθρωπος που επιβάλλει τον Θεόφιλο και θα τον κάνει 
γνωστό, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Του 
αγοράζει χρώματα, πινέλα και πανιά και αναθέτει στον 
πατέρα του να του στέλνει στο Παρίσι όσα έργα 
ζωγραφίζει. Τότε παρατηρείται και μία στροφή στη 
θεματολογία του Θεόφιλου. Τα ιστορικά και ηρωικά θέματα 
δίνουν τη θέση τους στα πιο οικεία, τα καθημερινά, τα 
κοντινά.






Ο μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ γράφει σε άρθρο του 

για τον Θεόφιλο «...Είναι ζωγράφος γεννημένος από το 

ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι 

άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και 

ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που 

λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….». Ο Γιώργος 

Σεφέρης και ο Γιάννης Τσαρούχης εκφράζονται 

εγκωμιαστικά για την τέχνη του.






Μόλις άρχισε να του χαμογελά η τύχη, ο Θεόφιλος βρέθηκε 

νεκρός στο άθλιο καμαράκι του, στις 24 Μαρτίου 1934. Η 

νεκροψία έδειξε ανακοπή καρδιάς.





Στις 3 Ιουνίου 1961 ο Θεόφιλος περνά τις πύλες του 

Λούβρου για μία μεγάλη αναδρομική έκθεση. Σήμερα, έργα 

του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μουσεία (Βαρειάς στη 

Μυτιλήνη και Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης στην Αθήνα), καθώς 

και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Μουσείο Θεόφιλου Χατζημιχαήλ


   Βρίσκεται στο προάστιο της Μυτιλήνης Βαρειά. Στεγάζεται σ’ ένα κτίριο λιτής αρχιτεκτονικής, που σχεδιάστηκε από τον εξαίρετο Λέσβιο αρχιτέκτονα Γ. Γιανουλέλλη και χτίστηκε το 1964, με δωρεά του Λέσβιου τεχνοκριτικού - εκδότη και ανθρώπου που ανέδειξε τον μεγάλο λαϊκό ζωγράφο Στρατή Ελευθεριάδη (Teriade), μέσα σε κατάφυτη από ελαιώνες περιοχή. Στις αίθουσες του εκτίθενται 86 πίνακες του αναγνωρισμένου πια λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, επίσης δωρεά του Τeriade από την προσωπική του συλλογή στον Δήμο Μυτιλήνης.

αρχική πηγή εδώ!

14.1.25

Οδυσσέας Ελύτης

   
   Ο Οδυσσέας Ελύτης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη) γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά.


    Το 1914 ο πατέρας του μετέφερε τα εργοστάσιά του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. O Οδυσσέας Ελύτης εγγράφηκε το 1917 στο ιδιωτικό σχολείο Δ.Ν. Μακρή, όπου φοίτησε για επτά χρόνια, έχοντας μεταξύ άλλων δασκάλους του τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ι.Θ. Κακριδή.



   Το φθινόπωρο του 1924 εγγράφηκε στο Γ΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών και συνεργάστηκε στο περιοδικό Η Διάπλασις των Παίδων, χρησιμοποιώντας διάφορα ψευδώνυμα. Όπως ο ίδιος ομολογεί (πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία δίνει ο Ελύτης στο βιβλίο του Ανοιχτά Χαρτιά), πρωτογνώρισε τη νεοελληνική λογοτεχνία, αυτός ο θρεμμένος με παγκόσμια έργα του πνεύματος, που ξόδευε όλα του τα χρήματα αγοράζοντας βιβλία και περιοδικά. Εκτός από την ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία, ασχολήθηκε ενεργά με ορειβατικές εκδρομές στα βουνά της Αττικής και αντιδρώντας στη διάθεσή του για διάβασμα στράφηκε στον αθλητισμό



Την Άνοιξη του 1927 μία υπερκόπωση και μία αδενοπάθεια τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τις φίλαθλες τάσεις του καθηλώνοντάς τον στο κρεβάτι για περίπου τρεις μήνες. Ακολούθησαν ελαφρά συμπτώματα νευρασθένειας και περίπου την ίδια περίοδο στράφηκε οριστικά προς τη λογοτεχνία, γεγονός που συνέπεσε με την εμφάνιση αρκετών νέων λογοτεχνικών περιοδικών, όπως η Νέα Εστία και τα Ελληνικά Γράμματα.


   Με την έναρξη του πολέμου ο Ελύτης κατατάχθηκε ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του επόμενου χρόνου μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του «Κύκλου Παλαμά», που ιδρύθηκε στις 30 Μαϊου του 1943. Εκεί, την Άνοιξη του 1942 ανακοινώνει το δοκίμιό του «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Α. Κάλβου».

   Τον Νοέμβριο του 1943 εκδόθηκε η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Το έργο αυτό φαίνεται να συνέγραψε το 1941 ή το 1943 και, σύμφωνα με μία άποψη, το συνέθεσε για να τιμήσει τους συμπολεμιστές του στην Αλβανία ενώ, κατά άλλη, το έγραψε για τον φίλο του ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε αφού μεταφέρθηκε βαριά άρρωστος στην Αθήνα.

Με τον Γιάννη Ρίτσο, τον Μάνο Κατράκη και τον Μίκη Θεοδωράκη

   Στις 18 Οκτωβρίου του 1979, η Σουηδική Ακαδημία αναγγέλλει την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». Ο «Ποιητής του Αιγαίου» παρίσταται στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979 και παραλαμβάνει το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο, γράφοντας μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της ελληνικής γραμματείας.



Από τη βράβευσή του με Νόμπελ Λογοτεχνίας

Αρχική πηγή εδώ!

2.1.25

Ο Οδυσσέας




  Ο Οδυσσέας, μυθικός βασιλιάς της Ιθάκηςείναι ο 

βασικός ήρωας στο επικό ποίημα του Ομήρου, Οδύσσεια

και επίσης διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο άλλο έπος 

του Ομήρου, την Ιλιάδα. Είναι ευρέως γνωστός για την 

πονηριά και την εφευρετικότητά του, διάσημος και για 

τα δέκα χρόνια που του πήρε η επιστροφή στο σπίτι του, 

μετά τον Τρωικό Πόλεμο, όπως αλληγορικά του απέδωσε ο 

Όμηρος. Ήταν γιος του Λαέρτη και της Αντίκλειας

σύζυγος της Πηνελόπης και πατέρας του Τηλέμαχου.


   Λίγα είναι γνωστά για τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του 

Οδυσσέα. Από τις λιγοστές αναφορές στην Οδύσσεια 

μαθαίνουμε για το κυνήγι του κάπρου στο σπίτι του 

Αυτόλυκου, στον Παρνασσό. Σε αυτό το κυνήγι ο Οδυσσέας 

τραυματίστηκε και απέκτησε μια ουλή πάνω από το γόνατο 

(σημάδι που ήταν αρκετό για να τον αναγνωρίσει η 

υπηρέτρια του, Ευρύκλεια, όταν επέστρεψε στην Ιθάκη).






   Ο Οδυσσέας ήταν από τους βασικούς Αχαιούς ήρωες στον 
Τρωικό Πόλεμο. Οι άλλοι ήταν ο «θεϊκός» Αχιλλέας, ο 
«αρχοντικός» Αγαμέμνων, ο Μενέλαος, ο σοφός Νέστωρ, 
ο Αίας ο Τελαμώνιος και ο Διομήδης.

   Στην Ιλιάδα ο Οδυσσέας παρουσιάζεται από τον όμηρο ως 
ένας ανδρείος πολεμιστής, συνετός βασιλιάς και 
πολυμήχανος αρχηγός. Η άποψή του πάνω σε πολλά 
θέματα υιοθετείται από τους άλλους αρχηγούς καθώς όλοι 
τον σέβονταν. Εξάλλου η τριάδα Νέστωρ, Οδυσσέας 
και Ιδομενέας αναγνωρίζονταν ως οι πιο αξιόπιστοι 
σύμβουλοι. Κατά την διάρκεια του πολέμου ο Οδυσσέας 
αναδεικνύεται σε συμφιλιωτική και ενωτική δύναμη μεταξύ 
των Ελλήνων. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τον Αχιλλέα με 
τον Αγαμέμνονα, μετά την διαμάχη για την Βρισηίδα, και 
μεταπείθει τον Αγαμέμνονα όταν απογοητευμένος από τις 
στρατιωτικές ήττες σκέφτεται να εγκαταλείψει την Τροία. 
Καταφέρνει ακόμη να συγκρατήσει τον μαινόμενο Αχιλλέα 
όταν μετά τον θάνατο του Πατρόκλου θέλει να επιτεθεί 
στους Τρώες άμεσα και απροετοίμαστα.


   Η γενναιότητα και η πολεμική του ικανότητα εξυμνούνται 
πολλές φορές από τον Όμηρο στην Ιλιάδα, πιο πολύ όμως 
στις νυχτερινές του εκστρατείες. Με τον Διομήδη 
κατάφεραν να εισχωρήσουν στην Τροία και να κλέψουν 
το παλλάδιο, ενώ σε άλλο χρονικό σημείο πήγαν στο 
στρατόπεδο των Θρακών, σκότωσαν πολλούς από αυτούς 
στον ύπνο τους και έκλεψαν τα άλογα του βασιλιά τους. 
Κατά τους νεκρικούς αγώνες προς τιμή του Πάτροκλου 
κατάφερε με την βοήθεια της Αθηνάς να νικήσει στον 
αγώνα δρόμου. Στη συνέχεια νίκησε τον Αίαντα τον 
Τελαμώνιο (στους νεκρικούς αγώνες προς τιμή του 
Αχιλλέα) κερδίζοντας την πανοπλία του νεκρού Αχιλλέα και 
προκαλώντας την αυτοκτονία του Αίαντα με το σπαθί που 
του είχε χαρίσει ο Έκτορας.


   Η πιο καταλυτική συνεισφορά του Οδυσσέα στο Τρωικό 
Πόλεμο όμως ήταν έμπνευση του Δούρειου Ίππου. Το 
ξύλινο αυτό κατασκεύασμα, δείγμα στρατηγικής ευφυίας, 
κατασκευάστηκε από τον Eπειό σύμφωνα με τις οδηγίες του 
Οδυσσέα. Όταν ολοκληρώθηκε, ο Οδυσσέας οδήγησε στο 
εσωτερικό του Ίππου δεκάδες Αχαιούς και περίμεναν 
καρτερικά τους «θριαμβευτές» Τρώες. Οι Τρώες, αφού 
πίστεψαν ότι οι Αχαιοί εγκατέλειψαν της ακτές της Τροίας 
και τους άφησαν ως δώρο τον Δούρειο Ίππο, τον οδήγησαν 
στο εσωτερικό της πόλης και άρχισαν ξέφρενα γλέντια. Με 
το πέσιμο της νύχτας όμως, οι κρυμμένοι στο εσωτερικό του
 Ίππου Αχαιοί, εξόρμησαν και κατάφεραν να καταλάβουν 
την απροστάτευτη πόλη σχετικά εύκολα. Αυτό σήμανε και 
το τέλος του Τρωικού Πολέμου.

Τι συμβολίζει λοιπόν ο Οδυσσέας; την εξυπνάδα, την 
εφευρετικότητα, την διαφορετική σκέψη, την 
καινοτομία. Ακόμη: την δίψα για εξερεύνηση, τον 
αδάμαστο νου, την περιπέτεια, την ικανότητα να λύνει τα 
προβλήματα και να κάνει τα πράγματα να δουλεύουν.

αρχική πηγή εδώ!