Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαδρομές στην τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαδρομές στην τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7.3.26

Γιώργος Σεφέρης



   Ο Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971) είναι ένας από τους 

σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο 

μοναδικών βραβευμένων με το Νόμπελ 

Λογοτεχνίας Ελλήνων, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.






   Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του 
όνομα, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη 
Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού 
Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού 
κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με 
λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με 
καταγωγή από τη Νάξο. 
   

   Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 
στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου 
είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914. Στη 
συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου 
της Σορβόνης, από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό 
το 1924. Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν 
καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του 
φυσιογνωμίας. Ήταν η εποχή που το κίνημα του 
μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.




   Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε 
υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας 
έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που 
κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή 
της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο 
έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. 





Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, 
με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο 
βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που 
συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το 
«ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η 
«θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.




Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης 
διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά 
ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη 
σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο 
περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη 
και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό 
σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του 
αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό 
στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα 
της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). 



Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε 
και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η 
βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 
1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι 
εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό 
πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της 
Σουηδικής Ακαδημίας.





Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη 
σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη 
χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του 
BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου 
όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε 
ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να 
καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε 
μεταξύ άλλων.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης 

εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται. Θα πεθάνει 

από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης 

Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, 

θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. 

Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά 

στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την 

κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο 

τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη 

Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). 

Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το 

Βήματο τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί 

Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και 

αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.





αρχική πηγή εδώ!

20.3.25

Θεόδωρος Βρυζάκης




   Ο Θεόδωρος Π. Βρυζάκης (Θήβα19 Οκτωβρίου 1814 – Μόναχο6 Δεκεμβρίου 1878) ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και ο θεμελιωτής της «Σχολής του Μονάχου».
   Γεννημένος στη Θήβα το 1814, επτά χρόνια πριν από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821, ο Θεόδωρος Βρυζάκης έζησε τα σκληρά χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο πατέρας του, Πέτρος Βρυζάκης, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Μάιο του 1821, τον πρώτο καιρό του αγώνα. Σε ηλικία 18 ετών, το 1832, με την ενθάρρυνση ενός Γερμανού φιλόλογου, μετανάστευσε στο Μόναχο της Βαυαρίας, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.
   Στο Μόναχο άρχισε να ασχολείται με την ζωγραφική, απεικονίζοντας σχεδόν αποκλειστικά θέματα από την Επανάσταση του 1821. Το 1844 έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Μονάχου, λαμβάνοντας για τα επόμενα έντεκα χρόνια, μέχρι το 1855, την υποτροφία της ελληνικής παροικίας της πόλης. Δάσκαλοι και φίλοι του υπήρξαν ορισμένοι εξαίρετοι καλλιτέχνες φιλελληνικών θεμάτων της εποχής του ρομαντισμού: ο Carl Wilhelm von Heideck, ο Πέτερ φον Ες, ο Heinrich von Mayer, και άλλοι. Κατά την δεκαετία 1845–1855, ταξίδεψε και έζησε σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης για καλλιτεχνική ενημέρωση, με εξαίρεση τη διετία 1848–1850, όταν και επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα.




   Στους πίνακές του, το ενδιαφέρον του ζωγράφου επικεντρώνεται στην ενδυμασία των ατόμων και το στήσιμο της σκηνής γύρω από αυτά. Ωστόσο, αυτή η όμορφη θεατρικότητα των έργων του έχει ως αποτέλεσμα να διακρίνεται με δυσκολία κάποιο αίσθημα στα πρόσωπα που απεικονίζει. Μάλιστα το 1848 ως το 1851 ήρθε στην Ελλάδα και μελέτησε από κοντά τις τοποθεσίες όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της  Ελληνικής Επανάστασης, τις μορφές των αγωνιστών, τις στολές και τις ενδυμασίες.
   Πέθανε στο Μόναχο το 1878 και κηδεύτηκε στο τότε Α΄ Νεκροταφείο της πόλης. Με την διαθήκη του, άφησε κληρονομιά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όλα τα έργα τού ατελιέ του καθώς και 760 μάρκα για την επισκευή της οροφής της ελληνικής εκκλησίας του Σωτήρος (Salvatorkirche) στο Μόναχο.


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853


Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι, 1861


  • Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, 1855


Προσωπογραφία Αναγνωστόπουλου


  • Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο, 1863


"Υπέρ πατρίδος το παν", 1858


  • Τυφλός τραυματίας, 1850


  • Παραμυθία, 1847


  • Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865


  • Δύο πολεμιστές, 1855


  • Πολεμική σκηνή


  • Πολεμικό συμβούλιο


Η θυσία του Καψάλη


Αρχικές πηγές εδώ, εδώ

19.3.25

Η Επανάσταση του 1821 μέσα από πίνακες

 

Νικηφόρος Λύτρας - «Η πυρπόληση τής τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη»


Ευγένιος Ντελακρουά: Έφιππος Έλληνας αγωνιστής


Ευγένιος Ντελακρουά: Μάχη Έλληνα και πασά


Θεόδωρος Βρυζάκης: Ο θρύλος της Αγίας Λαύρας 


Θεόδωρος Βρυζάκης: Καραούλι


Θεόδωρος Βρυζάκης: Η Ελλάς ευγνωμονούσα

Λουδοβίκος Λιπαρίνι: Έλληνας αγωνιστής


Τόμας Φίλιπς: Λόρδος Βύρων



16.2.25

Χουάν Μιρό




«Ζωγραφίζω με τα χρώματα, όπως με τις λέξεις φτιάχνουμε 

ποιήματα και με τις νότες μουσική», έλεγε ο ζωγράφος 

Χουάν Μιρό. 



   
   Ο Καταλανός ζωγράφος, γλύπτης, χαράκτης και 

διακοσμητής, Μιρό είναι ευρύτερα γνωστός για τις ημί-

αφηρημένες φανταστικές μορφές και ονειρικές 

τοπιογραφίες του.

Ο Χουάν Μιρό γεννήθηκε στις 20 Απριλίου 1893 
στη Βαρκελώνη σε μια οικογένεια τεχνιτών. Ο πατέρας του 
ήταν χρυσοχόος και ο παππούς του από την πλευρά της 
μητέρας του ήταν ξυλουργός. Έδειξε το ενδιαφέρον του 
για τη ζωγραφική από την ηλικία των 8 χρόνων αλλά στα 
14 του και σύμφωνα με την επιθυμία των γονέων του 
εγγράφηκε στο Εμπορικό Κολέγιο της Βαρκελώνης. 
Παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα στη Βιομηχανική 
Σχολή Καλών Τεχνών Λα Λόνχα, όπου ο Πάμπλο 
Πικάσο είχε σπουδάσει 12 χρόνια νωρίτερα. 


   Καλλιέργησε μια τέχνη γεμάτη ποίηση και λυρισμό, παιδική αφέλεια, καθαρά και έντονα χρώματα. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του είναι η ελεύθερη, χιουμοριστική φαντασία του, το διονυσιακό και ορφικό στοιχείο και η μαγική, ποιητική του γλώσσα. Τα έργα του Μιρό ασχολούνται με την αινιγματική θέση του ανθρώπου σ΄ έναν αινιγματικό κόσμο. Πιτσιλιές και κηλίδες δημιουργούν μορφές, κι αυτές με τη σειρά τους δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα.



  Το 1975 δημιουργήθηκε το Ίδρυμα Χουάν Μιρό στο Κέντρο 

Σπουδών Σύγχρονης Τέχνης στη Βαρκελώνη. Ο ίδιος ο Μιρό 

δώρισε στο ίδρυμα περίπου 5000 σχέδια του.

  Πέθανε το 1983 στην πόλη της Μαγιόρκα, σε ηλικία 90 
ετών.



28.1.25

Ο ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ




Ο Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ) είναι ο πιο γνωστός έλληνας 
λαϊκός ζωγράφος. Γεννήθηκε μεταξύ 1868 και 1871 στη 
Βαρειά Μυτιλήνης. Ήταν το μεγαλύτερο από τα οκτώ παιδιά 
του Γαβριήλ και της Πηνελόπης Χατζημιχαήλ. Ο πατέρας 
του ήταν τσαγκάρης και η μητέρα του κόρη αγιογράφου.

Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα, λόγω της ισχνής του 
κράσης, αλλά και της αριστεροχειρίας του. Ο 
αριστερόχειρας εκείνη την εποχή εθεωρείτο μειονεκτικό 
άτομο και προκαλούσε αρνητικά σχόλια στον περίγυρό του. 
Οι γονείς, αλλά και οι δάσκαλοί του προσπάθησαν με 
καταπιεστικό και συχνά βίαιο τρόπο να του αλλάξουν χέρι 
γραφής και να τον κάνουν δεξιόχειρα. Ο μικρός Θεόφιλος 
κλείστηκε στον κόσμο του και βρήκε αποκούμπι στη 
ζωγραφική.




Πολύ νέος, ακόμη, δραπετεύει από τη Μυτιλήνη και φεύγει 

για τη Σμύρνη, την πόλη με τους χιλιάδες Έλληνες, που 

είναι το οικονομικό κέντρο της Μικράς Ασίας. Δουλεύει 

θυροφύλακας στο ελληνικό προξενείο και παράλληλα 

ζωγραφίζει. 


Στη Σμύρνη, ο Θεόφιλος θα διαμορφώσει την 

εικαστική του γλώσσα και το βασικό του θεματολόγιο, από 

τον κόσμο της αρχαιότητας, του Βυζαντίου και της 

νεώτερης Ελλάδας. Τότε κάνει τη ζωγραφική επάγγελμά 

του.







Με το ξέσπασμα του Ελληνοτουρκικού πολέμου το 
1897 φεύγει για την Ελλάδα, με την πρόθεση να καταταγεί 
εθελοντής. Πριν προλάβει να γνωρίσει τα πεδία των μαχών, 
ο πόλεμος τερματίζεται. Αποφασίζει να μείνει στον Βόλο, 
πλούσιο αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο στις αρχές του 
20ου αιώνα. Ζει μέσα στη φτώχεια και ζωγραφίζει για 
ψίχουλα στους τοίχους μαγαζιών του Βόλου και του Πηλίου. 
Παράλληλα, διασκεδάζει τους κατοίκους και γίνεται 
αντικείμενο αστεϊσμών με το παράξενο φέρσιμο, αλλά και 
τις φορεσιές του. Από νέος ακόμη, ο Θεόφιλος υιοθετεί τη 
φουστανέλα ως καθημερινό ένδυμα, ενώ τις Απόκριες του 
αρέσει να ντύνεται Μέγας Αλέξανδρος, με στολή δικής του 
επινοήσεως.

Τα οικονομικά του καλυτερεύουν κάπως, όταν ένας 
πλούσιος γαιοκτήμονας της Μαγνησίας, ο Γιάννης Κοντός, 
του αναθέτει το 1912 την τοιχογράφηση του σπιτιού του 
στην Ανακασιά. Ο Θεόφιλος ζωγραφίζει σκηνές από την 
Επανάσταση του '21, αρχαίους θεούς και τοπία. Σήμερα, η 
οικία Κοντού είναι το Μουσείο Θεόφιλου στον Βόλο.






Το 1927, μη μπορώντας να αντέξει ένα χοντρό αστείο που 
έγινε εις βάρος του, εγκαταλείπει τον Βόλο και επιστρέφει 
στη γενέτειρά του Μυτιλήνη. Λέγεται ότι κάποιος, για να 
διασκεδάσει τους θαμώνες ενός καφενείου, έριξε τον 
Θεόφιλο από μια σκάλα, όπου ήταν ανεβασμένος και 
ζωγράφιζε.

Εν τω μεταξύ, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος μιλά με 
ενθουσιασμό για το έργο του Θεόφιλου στον μυτιληνιό 
Στρατή Ελευθεριάδη σημαίνοντα τεχνοκριτικό στο Παρίσι με 
το γαλλικό όνομα Τεριάν. Ο Ελευθεριάδης είναι ο 
άνθρωπος που επιβάλλει τον Θεόφιλο και θα τον κάνει 
γνωστό, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Του 
αγοράζει χρώματα, πινέλα και πανιά και αναθέτει στον 
πατέρα του να του στέλνει στο Παρίσι όσα έργα 
ζωγραφίζει. Τότε παρατηρείται και μία στροφή στη 
θεματολογία του Θεόφιλου. Τα ιστορικά και ηρωικά θέματα 
δίνουν τη θέση τους στα πιο οικεία, τα καθημερινά, τα 
κοντινά.






Ο μεγάλος αρχιτέκτονας Λε Κορμπιζιέ γράφει σε άρθρο του 

για τον Θεόφιλο «...Είναι ζωγράφος γεννημένος από το 

ελληνικό τοπίο. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού το τοπίο και οι 

άνθρωποι της Ελλάδας: κοκκινόχωμα, πευκότοπος και 

ελαιώνας, θάλασσα και βουνά των θεών, άνθρωποι που 

λούονται σε μια τολμηρά επικίνδυνη ηρεμία….». Ο Γιώργος 

Σεφέρης και ο Γιάννης Τσαρούχης εκφράζονται 

εγκωμιαστικά για την τέχνη του.






Μόλις άρχισε να του χαμογελά η τύχη, ο Θεόφιλος βρέθηκε 

νεκρός στο άθλιο καμαράκι του, στις 24 Μαρτίου 1934. Η 

νεκροψία έδειξε ανακοπή καρδιάς.





Στις 3 Ιουνίου 1961 ο Θεόφιλος περνά τις πύλες του 

Λούβρου για μία μεγάλη αναδρομική έκθεση. Σήμερα, έργα 

του υπάρχουν διάσπαρτα σε πολλά μουσεία (Βαρειάς στη 

Μυτιλήνη και Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης στην Αθήνα), καθώς 

και σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Μουσείο Θεόφιλου Χατζημιχαήλ


   Βρίσκεται στο προάστιο της Μυτιλήνης Βαρειά. Στεγάζεται σ’ ένα κτίριο λιτής αρχιτεκτονικής, που σχεδιάστηκε από τον εξαίρετο Λέσβιο αρχιτέκτονα Γ. Γιανουλέλλη και χτίστηκε το 1964, με δωρεά του Λέσβιου τεχνοκριτικού - εκδότη και ανθρώπου που ανέδειξε τον μεγάλο λαϊκό ζωγράφο Στρατή Ελευθεριάδη (Teriade), μέσα σε κατάφυτη από ελαιώνες περιοχή. Στις αίθουσες του εκτίθενται 86 πίνακες του αναγνωρισμένου πια λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου, επίσης δωρεά του Τeriade από την προσωπική του συλλογή στον Δήμο Μυτιλήνης.

αρχική πηγή εδώ!