Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες/Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορίες/Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
16.3.24
Η ιστορία του Αρλεκίνου!
Μια
φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό
παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το
καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω
από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόνταν στο παράθυρο, έβλεπε τους
γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και
μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του. Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί
με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου
Μάρκου με τα περιστέρια. Τώρα πια όλα
ήταν διαφορετικά ! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη
δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.
Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες
που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.
Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα
αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το
λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδία ! Τα
μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε
μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο
πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !
Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα
κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο
τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια
του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα
ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και
σοκολάτες που πετούσαν οι άρχοντες από
τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι
εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
-
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή
τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου
μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
-
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι.
-
Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του
πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του
φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε. Την επόμενη
χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και
πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!
30.11.21
1.4.20
31.3.20
26.3.20
20.10.16
Μολύβιος και Σελίδιος
Όσο για τους δύο βασιλιάδες... Μην ανησυχείτε γι'αυτούς τους δύο!
Οι δύο βασιλιάδες της ιστορίας μας είναι ο Μολύβιος και ο Σελίδιος. Ο Μολύβιος και ο Σελίδιος ήταν δύο πάρα πολύ καλοί φίλοι. Γνωρίστηκαν μέσω των μπαμπάδων τους, όταν ήταν μωρά. Δυστυχώς όμως, οι μπαμπάδες τους πέθαναν σε μια μάχη εναντίον του θείου του Μολύβιου, τον Γομήλιο. Έτσι, μεγάλωσαν μαζί. Όταν οι μαμάδες τους δεν μπορούσαν πλέον να βρίσκονται στην εξουσία, έπρεπε να αναλάβουν ο Μολύβιος και ο Σελίδιος.
Μια μέρα, παρουσιάστηκε ένα μεγάλο πρόβλημα στο βασίλειο!
- Μολύβιε, έχουμε ένα σοβαρό θέμα να λύσουμε. Ανακοίνωσε ο Σελίδιος.
-Τι πράγμα;
-Θυμάσαι τι είχε γίνει με τους μπαμπάδες μας στη μάχη;
-Εννοείς τον θείο μου;
-Ναι! Ο Γομήλιος ζητάει εκδίκηση και το λέει ξεκάθαρα σε αυτό εδώ το γράμμα!
-Φέρ'το μου γρήγορα, Σελίδιε!
Το γράμμα έγραφε: "Αύριο θα έρθω και θα σβήσω ό,τι υπάρχει σε αυτήν τη χώρα".
Ο Μολύβιος και ο Σελίδιος δεν ήξεραν τι να κάνουν!
-Αγαπητοί μας πολίτες, μην πανικοβληθείτε! είπε ο Μολύβιος στους υπηκόους του.
-Ο Γομήλιος είπε ότι αύριο θα επιτεθεί στη χώρα μας! συνέχισε ο Σελίδιος.
-Παρόλα αυτά θα κάνουμε ό,τι μπορούμε , για να κρατήσουμε το βασίλειό μας ασφαλές. Ο στρατός να περικυκλώσει τα σύνορα! Οι πολίτες να μείνουν μέσα στα σπίτια τους ασφαλείς! Ο Σελίδιος κι εγώ θα σας ενημερώσουμε όταν ερθει η ώρα.
Οι φούρνοι, τα γομοπωλεία και τα mini marketομολύβια έκλεισαν!
Ο Μολύβιος και ο Σελίδιος έπρεπε να προστατέψουν τις οικογένειές τους. Εξήγησαν και οι δύο στις γυναίκες τους τι ακριβώς είχε συμβεί.
ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ...
Σειρήνες ακούστηκαν και ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια του. Ο Γομήλιος έφτανε στην πόλη. Όχι ακριβώς στα σύνορα! Όταν έφτασαν, αντίκρισαν 10.000 Σελιδιοστρατιώτες και Μολυβιοστρατιώτες να βρίσκονται ήδη στα σύνορα! Ο Γομήλιος είχε 9.990.
-Παραδοθείτε! Είμαστε περισσότεροι! απαίτησε ο Γομήλιος.
-Για μέτρα καλύτερα! του απάντησαν οι δύο βασιλιάδες.
-ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ;
Για όσους αναρωτιέστε πού πήγαν οι υπόλοιποι στρατιώτες του Γομήλιου, η απάντηση είναι ότι βρίσκονταν σε ένα ζαχαροπλαστείο, για να πάρουν νικητήρια γλυκά! Όμως ο Γομήλιος δεν μπορούσε να συνεχίσει χωρίς τους άλλους δέκα στρατιώτες του, γιατί έτσι έγραφαν οι κανόνες. Αναγκάστηκε λοιπόν να αποχωρήσει! Δεν πρόλαβε όμως! Ο ίδιος και οι στρατιώτες του φυλακίστηκαν σε μια φυλακή εξελιγμένης ασφάλειας!
Και όσο για τον Μολύβιο και τον Σελίδιο... Το βασίλειό τους ήταν μια χαρά! Αλλά η ιστορία μας δεν τελειώνει εδώ! Έχουμε ακόμα!
Μια μέρα που οι δύο βασιλιάδες πήγαν στο Σελιδιοαλκατράζ, δηλαδή στη φυλακή, ανακάλυψαν ότι...ότι...ότι... Οι μπαμπάδες τους δεν είχαν πεθάνει, αλλά ήταν ζωντανοί!
Παλιά, αυτές οι φυλακές βρίσκονταν υπό την εξουσία τουπατέρα του Γομήλιου, του Γομήλιου του 1ου. Τότε λοιπόν, ο Γομήλιος αποφάσισε να πει ψέματα στον Σελίδιο και τον Μολύβιο, ότι οι μπαμπάδες τους είχαν πεθάνει και τους φυλάκισε!
Οι δύο βασιλιάδες μας δεν αναγνώρισαν τους μπαμπάδες τους, γιατί τα χρόνια είχαν περάσει και είχαν βγάλει γένια μέχρι το πάτωμα! Τους πήραν όμως στο σπίτι τους και τους φρόντισαν. Μετά από την ένωση των δύο οικογενειών και τη φυλάκιση του Γομήλιου και των στρατιωτών του, έγινε μια μεγάλη γιορτή, στην οποία ήταν καλεσμένο όλο το βασίλειο!
Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
14.5.16
"Το Γάντι"
Μια μέρα, ένας ηλικιωμένος κύριος περπατούσε στο χιονισμένο δάσος με το σκύλο του. Δίχως να το καταλάβει του έπεσε από την τσέπη το ένα του γάντι. Ήταν ένα χειροποίητο, πέτσινο γάντι, με κόκκινη φόδρα, από εκείνα που το χέρι έμπαινε ολόκληρο μέσα κι όχι δάχτυλο δάχτυλο. Μα δεν το ‘δε κι ο σκύλος του που είχε το μυαλό του στις δεκάδες μυρωδιές του χιονιού. Αυτοί συνέχισαν ανέμελοι τον περίπατό τους στο δάσος και το γάντι έμεινε πίσω, πεσμένο κατάχαμα στο αφράτο χιόνι.
Ένα ποντικάκι, τόσο δα ήταν, πέρασε από εκεί κι είδε το γάντι μπροστά του. Το τριγύρισε από εδώ, το κοίταξε από εκεί. “Άδειο πρέπει να είναι”, σκέφτηκε και τσουπ….τρύπωσε στο όμορφο και ζεστό γάντι που πράγματι ήταν αδειανό. Το κρύο ήταν τσουχτερό έξω, δε γινόταν να αντέξεις δίχως μια φωλίτσα να κρυφτείς.
“Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε το ποντικάκι. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και ζάρωσε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.
Λίγο αργότερα χοροπηδώντας κατέφτασε εκεί γύρω ένας βάτραχος, πράσινος πράσινος που αν δεν έβρισκε γρήγορα κάπου να ζεσταθεί θα γινότανε μπλε μπλε! Κοντοστάθηκε έξω από το γάντι.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι Βάτραχος ο Χίπιχοπης ο Χοροπηδηχτός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπε δίχως να το σκεφτεί το ποντίκι και μέσα στο γάντι έγιναν δύο τα ζώα.
Η έγνοια κάνει τη δουλειά κι η ξεγνοιασιά τον ύπνο και το χειμώνα το βαρύ κανέναν μην αφήνει ξύπνιο! Στριμώχτηκαν όπως όπως και προσπάθησαν να χαλαρώσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο βάτραχος. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε και πήδηξε σε μια γωνιά να ξεκουραστεί.
Λίγο μετά, χραπ χρουπ πάνω στο χιόνι, να σου κι ο λαγός με γρήγορες κινήσεις και αυτιά μεγαλύτερα από το σώμα του.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε.
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα κι ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι ο λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπαν με μια φωνή η ποντικίνα κι ο βάτραχος.
Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν τρία και στριμώχτηκαν λίγο παραπάνω για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο λαγός. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”, είπε. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι τρεις μαζί κι άρχισαν να χορεύουν πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με αεροπλανάκι.
Λίγο μετά εμφανίστηκε μια αλεπού. Περπάτησε προσεκτικά προς το γάντι.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; , ρώτησε. -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός και ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, της είπαν όλοι μαζί. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν τέσσερα και έπρεπε να στριμωχτούν λίγο παραπάνω για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε η αλεπού. “Εδώ θα ζήσω! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι τέσσερις μαζί κι άρχισαν να χοροπηδούν χαρούμενοι πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με ελικοπτεράκι.
Λίγο μετά εμφανίστηκε ένας γκρίζος λύκος που ούρλιαζε κι αντηχούσε σ’ όλο το βουνό το ουρλιαχτό του. Περπάτησε προς το γάντι κουνιστός και λυγιστός και ρώτησε.
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι; -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός και η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο έξω.
-Έντάξει, έλα!, του είπαν σχεδόν όλοι μαζί και κοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν πέντε και έπρεπε να στριμωχτούν ακόμη περισσότερο για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε ο λύκος. “Εδώ θα ζήσω κι ας είναι λίγο στριμωγμένα! Θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Βολεύτηκαν στο γάντι κι οι πέντε μαζί κι άρχισαν να χοροπηδούν χαρούμενοι πάνω στο χιόνι τόσο που το γάντι έμοιαζε με διαστημοπλοιάκι.
Λίγο μετά εμφανίστηκε ένα αγριογούρουνο που γουρούνιζε παράξενα και βραχνά. Έφτασε μπροστά στο γάντι και ρώτησε: -Ποιος είναι μέσα στο γάντι; -Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή και ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι το Αγριογούρουνο το χαυλιοδόντικο. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο εδώ έξω.
-Εεεε, δεν υπάρχει πια χώρος εδώ μέσα. Είμαστε πέντε και σχεδόν δεν αναπνέουμε, του είπαν.
-Σας παρακαλώ. Δε θα πιάσω πολύ χώρο. Θα κρατήσω την αναπνοή μου και θα στριμωχτώ όσο περισσότερο μπορώ. Αφήστε με να μπω, τους παρακάλεσε το αγριογούρουνο που τουρτούριζε από το κρύο.
-Καλά, εντάξει. Έλα!, του είπαν.
Στο τέλος εμφανίστηκε μια μεγάλη αρκούδα που πλησίασε κι αυτή το γάντι. Άκουσε φασαρία μέσα και ρώτησε:
-Ποιος είναι μέσα στο γάντι;
-Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή, ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός και το Αγριογούρουνο το Χαυλιοδόντικο. Εσύ ποιος είσαι;
-Είμαι η Αρκούδα η Καφετιά η πιο γλυκιά. Μπορώ να μπω κι εγώ μέσα; Κάνει πολύ κρύο εδώ έξω.
-Εεεε, δεν υπάρχει πια χώρος εδώ μέσα. Είμαστε έξι πια και μάλλον θα σκάσουμε από στιγμή σε στιγμή, της είπαν
-Μα σας παρακαλώ. Θα στριμωχτώ στην πιο μικρή γωνίτσα. Θα χωθώ κι ούτε θα κουνιέμαι. Αφήστε με να μπω, τους παρακάλεσε η αρκούδα που έτρεμε από τον χιονιά.
-Ε, καλά. Έλα!, της είπαν.
Η Αρκούδα όρμηξε μέσα. Τώρα τα ζώα μέσα στο γάντι ήταν επτά και έπρεπε να στριμωχτούν πάρα πολύ για να χωρέσουν. “Τι γλυκιά ζεστασιά έχει εδώ μέσα”, σκέφτηκε η Αρκούδα. “Εδώ θα ζήσωΑν δε σκάσω από το στρίμωγμα, θα μείνω όλο το χειμώνα, ώσπου να περάσει το κρύο. Ύστερα…βλέπουμε”. Το γάντι χοροπηδούσε στο χιόνι σαν κουρδιστό παιχνίδι που κόντευε να σκιστεί.
Λίγο μετά ακούστηκαν βήματα. Ο ηλικιωμένος κύριος κι ο σκύλος του επέστρεφαν από τη βόλτα τους. Ξαφνικά είδαν μπροστά τους το γάντι να χοροπηδά σαν τρελό. Ο ηλικιωμένος άνθρωπος έβγαλε μια κραυγή που τρόμαξε ακόμα και το σκύλο του που έκλεισε τα αυτιά του. Από την ασταμάτητη αυτή κραυγή βγήκαν έξω ένα ένα όλα τα ζώα που είχαν τρυπώσει στο γάντι πριν καν τους πάρει χαμπάρι ο ηλικιωμένος κύριος. Η Ποντικίνα η Δαγκωνίτσα, ο Βάτραχος ο Χιπιχόπης Χοροπηδηχτός, ο Λαγός ο Βιαστικός Τρεχαλητός, η Αλεπού η Φουντωτή Αγαπητή, ο Λύκος ο Γκρίζος Ουρλιαχτός, το Αγριογούρουνο το Χαυλιοδόντικο και τελευταία η Αρκούδα η Καφετιά η πιο γλυκιά.
Πώς χώρεσαν όλοι αυτοί μέσα στο γάντι; Και τι συνέβη εκεί μέσα! Ο ηλικιωμένος κύριος κι ο σκύλος του είδαν μόνο ένα ξεχειλωμένο γάντι και μάλλον δεν έμαθαν ποτέ τι έγινε. Αλλά εσείς ξέρετε. Έτσι δεν είναι;
Παραδοσιακό ουκρανικό παραμύθι
Εικονογράφηση:Evgenii Rachev
8.3.15
11.2.15
"Το ελατάκι που δεν του άρεσαν τα φύλλα του" (Β')
Οι μαθητές της Β' τάξης αφού διάβασαν το παραμυθάκι "Το ελατάκι που δεν του άρεσαν τα φύλλα του", δημιούργησαν τα δικά τους Δέντρα της Αγάπης, στα φύλλα των οποίων έγραψαν τα ονόματα όσων αγαπάνε!
"Το ελατάκι που δεν του άρεσαν τα φύλλα του" (Α')
Μια μέρα ενώ παραπονιόταν μια φωνή του απάντησε ρωτώντας το τι φύλλα θα ήθελε. "Πράσινα φύλλα σαν τα υπόλοιπα δέντρα", είπε το μικρό ελατάκι. "Θέλω φύλλα που να είναι πράσινα το καλοκαίρι και να αλλάζουν σε κόκκινα το χειμώνα". Ξαφνικά οι βελόνες του έγιναν απαλά λαμπερά, πράσινα φύλλα. Το μικρό ελατάκι νόμισε πως φαινόταν πολύ όμορφο. Όλο το πρωί κουνούσε τα κλαδιά του και καμάρωνε. Το μεσημέρι όμως ήρθαν μερικές κατσίκες, είδαν τα φρέσκα πράσινα φύλλα και άρχισαν να τα τρώνε. Το μικρό δεντράκι δεν μπορούσε να τις σταματήσει και σύντομα όλα του τα φύλλα φαγώθηκαν.
Ήταν σίγουρο πως ήταν το πιο όμορφο δέντρο σε όλο το δάσος. Όλη τη μέρα θαύμαζε τα φύλλα του, όμως το βράδυ, ληστές πλησίασαν και έκλεψαν τα χρυσά φύλλα του δέντρου. Το μικρό δέντρο έμεινε να κρυώνει δυστυχισμένο μέσα στο δάσος. "Εύχομαι", είπε "να είχα πίσω τις βελόνες μου, ήταν τα καλύτερα φύλλα".
Γρήγορα τα κλαδιά του γέμισαν με βελόνες και δεν ευχήθηκε για φύλλα ποτέ ξανά.
Γερμανικό παραμύθι
18.3.12
Το Β΄1 προβληματίζεται
Μια φορά και ένα καιρό σε μία πολύ όμορφη χώρα, την Ελλάδα, ζούσε η Ελπίδα.
Μια μέρα γεμάτη απορία, λέει στη μαμά της.
-Μαμά, δεν καταλαβαίνω όπου και αν πάω, βλέπω τον κόσμο να μπαίνει σε super market, να βγαίνει από τα σπίτια του, να ανεβοκατεβαίνουν σκάλες και να λένε το όνομα μου.
"Υπάρχει ακόμη ελπίδα;" ή το άλλο "Εγώ δε μένω μια σ' αυτή τη χώρα". Γιατί συμβαίνει όλο αυτό;
Η μαμά της σωπαίνει για λίγο και της λέει:
-Αγάπη μου, ο κόσμος τα λέει αυτά γιατί οι φύλακες που βάλαμε να προστατεύουν και να υπερασπίζονται τη χώρα μας δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, κοίταζαν μόνο να κλέβουν για να χορταίνουν και να παχαίνουν οι ίδιοι. Δεν κοίταζαν το καλό της χώρας και του κόσμου. Η χώρα κατάντησε να έχει ανθρώπους που χρωστάνε και το χειρότερο ανθρώπους που πεινάνε!
Η Ελπίδα φοβισμένη ρωτάει:
-Δηλαδή και εγώ θα πεινάσω, θα αρχίσω να λεπταίνω και να μικραίνω από την πείνα;
-Όχι, μικρή μου, της απαντάει η μαμά της.
-Μη φοβάσαι, η ιστορία μας δίδαξε πως η Ελλάδα μπορεί να είναι μικρή χώρα, αλλά στα δύσκολα τα καταφέρνει. Είναι ένα γενναίο έθνος και μια χώρα που την αγαπάει ο θεός.
-Θα αρχίσω να μαθαίνω την ιστορία της Ελλάδας, φώναξε η Ελπίδα. Να τη λέω στους ανθρώπους για να τους δίνω την ελπίδα που ζητάνε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















