2.4.24

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν


   Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Όντενσε, στο νησί Φιονία της Δανίας. Ο πατέρας του με τον καιρό ξέπεσε και δούλευε παπουτσής, για να ζήσει την οικογένειά του. Αλλά, μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.



   Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο, όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε.

    Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά δεν τον δέχτηκαν.

   Το προσωπικό του καταφύγιο, τις όποιες ελεύθερες ώρες είχε, ήταν ένα μικρό κουκλοθέατρο. Έφτιαχνε με τα ίδια του τα χέρια τις κούκλες, τις έντυνε κι έδινε τις δικές του προσωπικές παραστάσεις, με έργα κυρίως του Σαίξπηρ, τα οποία απομνημόνευε με χαρακτηριστική ευκολία.

   Η χάρη του αυτή έφτασε στα αυτιά του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 6ου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε προσωπικά για το παράξενο αυτό αγόρι. Τον έστειλε σ’ ένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας, καταβάλλοντας ο ίδιος τα δίδακτρα. Μετά κόπων και βασάνων, ο Χανς Κρίστιαν τελείωσε το Γυμνάσιο σε ηλικία 23 ετών. «Τα χρόνια αυτά ήταν τα πιο πικρά και σκοτεινά της ζωής μου», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. Στη συνέχεια γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.



   Ευτυχώς είχε ωραία φωνή κι άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα.


  Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν θα διακριθεί και στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. Από το 1833 ως το 1857 πραγματοποιεί 29 ταξίδια σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, γνωρίζεται με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής και καταγράφει τις εμπειρίες του σε σειρά ταξιδιωτικών βιβλίων.

   Την Τρίτη 20 Απριλίου του 1841 ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν επιβιβάζεται στο πλοίο στον Πειραιά, ύστερα από διαμονή περίπου ενός μήνα στην Αθήνα, έχοντας ολοκληρώσει ένα από τα πολλά μεγάλα ταξίδια που πραγματοποίησε εκτός Δανίας από το 1833 ως το 1859.


   «Είμαι λυπημένος γιατί αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου εδώ» σημειώνει στο ημερολόγιό του, αφήνοντας πίσω του το μεγάλο λιμάνι της νέας πρωτεύουσας του πρόσφατου ελληνικού κράτους, στο οποίο λιμάνι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, υπάρχουν μόλις 120 σπίτια. 





   Τα βήματά του θα τον φέρουν ως την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Στο οδοιπορικό του «Το Παζάρι ενός ποιητή», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Εστία» με τον τίτλο «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» περιγράφει λεπτομερώς τη διαμονή στην Αθήνα.

   Παρά τις ανησυχίες και τις φοβίες του, δεν δίστασε να ταξιδέψει και να επισκεφτεί το Θησείο, το Φάληρο, τον Κολωνό και την Ακρόπολη, όπου ανέβαινε κάθε μέρα. Με ειδική άμαξα εξόρμησε στα χωριά των Μεσογείων, αλλά και τις πλαγιές της Πεντέλης.

   Ήταν τότε 36 ετών και είχε ήδη εκδώσει τρεις τόμους από τα παραμύθια του, που αν και έμελλε να τον καθιερώσουν στην παγκόσμια λογοτεχνία, αρχικά είχαν απογοητευτικές πωλήσεις.




   Το 1835 δημοσιεύει τα πρώτα του «Παραμύθια για παιδιά» και μόνο 8 χρόνια αργότερα κερδίζουν την επιδοκιμασία του κόσμου. Θα γράψει συνολικά 168 παραμύθια ως το 1872 με πιο γνωστά, «Τα κόκκινα Παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Το ασχημόπαπο», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», «Το μικρό έλατο», «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Η Τοσοδούλα».







   Την άνοιξη του 1872, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά και στις 4 Αυγούστου του 1875 πέθανε, σε ηλικία 70 ετών.

   Ενώ τα έργα του Άντερσεν είναι σχεδόν άγνωστα έξω από τη Δανία και τις γειτονικές της χώρες, τα παραμύθια του είναι από τα πιο πολυμεταφρασμένα έργα σ’ όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. 

Μολονότι βασίζονται σε λαϊκούς θρύλους, τα περισσότερα χαρακτηρίζονται από έναν ηθικό ρεαλισμό, παρά απ’ την ανάγκη εκπλήρωσης μιας επιθυμίας. 

Οι κακοί δεν είναι δράκοι ή μάγισσες των λαϊκών μυθιστοριών, αλλά εκπρόσωποι ανθρώπινων αδυναμιών, όπως ματαιοδοξίας, σνομπισμού ή εγωιστικής αδιαφορίας. 

Ορισμένα από τα παραμύθια του αποκαλύπτουν μία αισιόδοξη πίστη στην επικράτηση του καλού και του ωραίου, άλλα είναι βαθιά απαισιόδοξα και έχουν δυσάρεστο τέλος.





   Τα παραμύθια του εμφανίζουν καθαρά το δημοκρατικό στοιχείο. Οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που όμως έχουν ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Στα έργα του απεικονίζει τη ρεαλιστική και σύγχρονή του ζωή της μικροαστικής τάξης των πόλεων και χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα.

   Στον Αντερσεν πιστώνεται, περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλον συγγραφέα, η καθιέρωση του είδους ως εργαλείου διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Τα παραμύθια του, στα οποία συνδυάζει δημιουργικά τη λαϊκή παράδοση με τα προσωπικά του βιώματα, προβάλλουν το κοινωνικά αποδεκτό πρότυπο ηθικής και κοινωνικής συμπεριφοράς.



   Σήμερα, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 150 γλώσσες και εξακολουθούν να τυπώνονται σε εκατομμύρια αντίτυπα ανά τον κόσμο. Μάλιστα, από το 1954 στην πατρίδα του απονέμεται προς τιμήν του το διεθνές Βραβείο Αντερσεν, μάλλον η ύψιστη τιμητική διάκριση για τους συγγραφείς και τους εικονογράφους λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ από το 1966, ύστερα από απόφαση της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα, γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 Απριλίου.







18.3.24

Η φωτογραφία της ημέρας!

 



"Καθαροδευτέρα" 

[φωτογράφος: Ζαχαρίας Στέλλας]


Εδώ Λιλιπούπολη!



  Το «Εδώ Λιλιπούπολη» ήταν μια παιδική ραδιοφωνική σειρά που ξεκίνησε το 1976 και διήρκεσε μέχρι το 1980. Η σειρά ακουγόταν στο Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας, το οποίο ήταν την περίοδο εκείνη υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι. Η εκπομπή θεωρείται στις μέρες μας «θρυλική», τόσο για την πρωτοτυπία και την ποιότητά της, όσο και για την επίδραση της στη γενικότερη περίοδο.



   Ο τίτλος αντλεί το όνομα από το κλασσικό βιβλίο "Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ", οπου οι Λιλιπούτειοι αναφέρονται ως μικρόσωμοι άνθρωποι.

Ντίνος Λύρας, Άννα Παναγιωτοπούλου, Δημήτρης Καμπερίδης, Λάμπρος Τσάγκας, Σαπφώ 

Νοταρά κ.ά. ηχογραφούν τη Λιλιπούπολη



   Αξέχαστα τραγούδια, όπως «Ο ύμνος της Λιλιπούπολης», «Μες στο μουσείο», «Μάσα Σιδερομάσα», «Ο χορός των μπιζελιών», «Ρόζα Ροζαλία» γράφτηκαν από τους νεότατους τότε δημιουργούς που ο Μάνος Χατζιδάκις εμπιστεύτηκε. Και εκείνοι τού το ανταπέδωσαν επιδεικνύοντας αφοσίωση και ενθουσιασμό.

Η Μαριανίνα Κριεζή ήταν η στιχουργός των τραγουδιών και 

μια σειρά νέων καλλιτεχνών όπως ο Δημήτρης 

Μαραγκόπουλος , η Λένα Πλάτωνος, ο Νίκος 

Κυπουργός και ο Νίκος Χριστοδούλου συνέθεταν τις 

μουσικές.

«H Λιλιπούπολη ξεκίνησε σαν μια εκπομπή για να μαθαίνουν 

τα πολύ μικρά παιδιά τι είναι το κόκκινο χρώμα, τι το 

πράσινο, τι είναι το κοντά, τι το μακριά, το μικρό, το 

μεγάλο...», αναφέρει η ίδια.

Μαριανίνα Κριεζή


   Μικρά και μεγάλα παιδιά λάτρεψαν τον κόσμο της Λιλιπούπολης και τα καμώματα των κατοίκων της. Η Λιλιπούπολη ήταν μια "παιδική" (όχι όμως παιδιάστικη) εκπομπή, καμωμένη "για παιδιά και έξυπνους μεγάλους", η οποία λατρεύτηκε.



"Ο χορός των μπιζελιών"


Αποκριάτικες και .... σαρακοστιανές κατασκευές!

 









Οι μαθητές της Ε' τάξης κατασκευάζουν ηλεκτρικά κυκλώματα!

 

















16.3.24

Η ιστορία του Αρλεκίνου!




   Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.

   Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόνταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του.  Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.  Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά ! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.  Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.



   Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδία ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε  μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !

   Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !



   Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.

   Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που  πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.


   Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.

-          Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;

   Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.

-          Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι.
-          Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.



   Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.

   Ένας χρόνος πέρασε.  Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!