22.3.19

Θεόδωρος Βρυζάκης




   Ο Θεόδωρος Π. Βρυζάκης (Θήβα19 Οκτωβρίου 1814 – Μόναχο6 Δεκεμβρίου 1878) ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και ο θεμελιωτής της «Σχολής του Μονάχου».
   Γεννημένος στη Θήβα το 1814, επτά χρόνια πριν από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821, ο Θεόδωρος Βρυζάκης έζησε τα σκληρά χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο πατέρας του, Πέτρος Βρυζάκης, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Μάιο του 1821, τον πρώτο καιρό του αγώνα. Σε ηλικία 18 ετών, το 1832, με την ενθάρρυνση ενός Γερμανού φιλόλογου, μετανάστευσε στο Μόναχο της Βαυαρίας, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.
   Στο Μόναχο άρχισε να ασχολείται με την ζωγραφική, απεικονίζοντας σχεδόν αποκλειστικά θέματα από την Επανάσταση του 1821. Το 1844 έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Μονάχου, λαμβάνοντας για τα επόμενα έντεκα χρόνια, μέχρι το 1855, την υποτροφία της ελληνικής παροικίας της πόλης. Δάσκαλοι και φίλοι του υπήρξαν ορισμένοι εξαίρετοι καλλιτέχνες φιλελληνικών θεμάτων της εποχής του ρομαντισμού: ο Carl Wilhelm von Heideck, ο Πέτερ φον Ες, ο Heinrich von Mayer, και άλλοι. Κατά την δεκαετία 1845–1855, ταξίδεψε και έζησε σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης για καλλιτεχνική ενημέρωση, με εξαίρεση τη διετία 1848–1850, όταν και επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα.




   Στους πίνακές του, το ενδιαφέρον του ζωγράφου επικεντρώνεται στην ενδυμασία των ατόμων και το στήσιμο της σκηνής γύρω από αυτά. Ωστόσο, αυτή η όμορφη θεατρικότητα των έργων του έχει ως αποτέλεσμα να διακρίνεται με δυσκολία κάποιο αίσθημα στα πρόσωπα που απεικονίζει. Μάλιστα το 1848 ως το 1851 ήρθε στην Ελλάδα και μελέτησε από κοντά τις τοποθεσίες όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της  Ελληνικής Επανάστασης, τις μορφές των αγωνιστών, τις στολές και τις ενδυμασίες.
   Πέθανε στο Μόναχο το 1878 και κηδεύτηκε στο τότε Α΄ Νεκροταφείο της πόλης. Με την διαθήκη του, άφησε κληρονομιά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όλα τα έργα τού ατελιέ του καθώς και 760 μάρκα για την επισκευή της οροφής της ελληνικής εκκλησίας του Σωτήρος (Salvatorkirche) στο Μόναχο.


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853


Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι, 1861


  • Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, 1855


Προσωπογραφία Αναγνωστόπουλου


  • Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο, 1863


"Υπέρ πατρίδος το παν", 1858


  • Τυφλός τραυματίας, 1850


  • Παραμυθία, 1847


  • Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865


  • Δύο πολεμιστές, 1855


  • Πολεμική σκηνή


  • Πολεμικό συμβούλιο


Η θυσία του Καψάλη


Αρχικές πηγές εδώ, εδώ

19.3.19

Γιώργος Σεφέρης



   Ο Γιώργος Σεφέρης (1900 – 1971) είναι ένας από τους 

σημαντικότερους Έλληνες ποιητές και εκ των δύο 

μοναδικών βραβευμένων με το Νόμπελ 

Λογοτεχνίας Ελλήνων, μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη.






   Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του 
όνομα, γεννήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη 
Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού 
Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού 
κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με 
λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με 
καταγωγή από τη Νάξο. 
   

   Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 
στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου 
είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914. Στη 
συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου 
της Σορβόνης, από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό 
το 1924. Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν 
καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του 
φυσιογνωμίας. Ήταν η εποχή που το κίνημα του 
μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.




   Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε 
υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας 
έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που 
κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή 
της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο 
έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. 



Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, 
με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο 
βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που 
συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το 
«ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η 
«θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.




Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης 
διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά 
ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη 
σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο 
περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη 
και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό 
σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του 
αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό 
στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα 
της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). 



Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε 
και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η 
βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 
1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι 
εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό 
πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της 
Σουηδικής Ακαδημίας.





Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη 
σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη 
χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του 
BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου 
όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε 
ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να 
καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε 
μεταξύ άλλων.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης 

εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται. Θα πεθάνει 

από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης 

Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, 

θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. 

Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά 

στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την 

κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο 

τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη 

Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). 

Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το 

Βήματο τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη Επί 

Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και 

αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.





αρχική πηγή εδώ!

15.3.19

Το έθιμο του Μάρτη!




Από την 1η ως τις 31 του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται 
στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από 
στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή 
«Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» 
φοριέται κυρίως από τα παιδιά για να προστατεύει τα 
πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην

 καούν.

Ο "Μάρτης" φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του 
Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα 
δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι. 
Καμμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του 
ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κατοχός του.

"Μάρτη" δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι. Σε κάποιες 
περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα 
στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν 
ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από
 τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο 
και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το 
φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε 
και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον 
πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού 
πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν 
στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.





Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο 
εξαπλωμένο σε όλα τα βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής 
του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. 

Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και 
συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες 
των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια 
κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό 
τους πόδι.

Φτιάξαμε κι εμείς τους δικούς μας Μάρτες!



13.3.19

Η κυρά Σαρακοστή!

   Το έθιμο της κυρα-Σαρακοστής λειτουργούσε ως ένα ιδιότυπο ημερολόγιο, που μετρούσε τις εβδομάδες της Σαρακοστής.


  Η κυρα-Σαρακοστή απεικονιζόταν ως μία γυναίκα με σταυρωμένα τα χέρια της, λόγω της προσευχής, χωρίς στόμα, λόγω νηστείας και με επτά πόδια, που αναπαριστούσαν τις επτά εβδομάδες της μεγάλης Σαρακοστής. Κάθε Σάββατο έκοβαν ένα πόδι και με αυτόν τον τρόπο ήξεραν πόσες εβδομάδες νηστείας, απέμεναν μέχρι το Πάσχα. 


   Το Μεγάλο Σάββατο έκοβαν και το τελευταίο πόδι. Αυτό το κομμάτι (του έβδομου ποδιού) το δίπλωναν καλά και το έκρυβαν σε ένα ξερό σύκο. Τοποθετούσαν το σύκο αυτό μαζί με άλλα και όποιος το έβρισκε, θεωρούσε ότι θα του φέρει γούρι.

  Σε πολλά μέρη της Ελλάδας έφτιαχναν την κυρα-Σαρακοστή από ζυμάρι, χρησιμοποιώντας αλεύρι, αλάτι και νερό!


11.3.19

Τα έθιμα της Καθαράς Δευτέρας

Η Καθαρά Δευτέρα σηματοδοτεί την έναρξη της Σαρακοστής για την ορθόδοξη εκκλησία. και το τέλος των Απόκρεω, της κραιπάλης και της κρεοφαγίας. Οι επόμενες 48 ημέρες για την ακρίβεια που ακολουθούν μέχρι την ημέρα του Πάσχα, είναι ημέρες νηστείας και κάθαρσης της ψυχής και του σώματος εξού και ο χαρακτηρισμός «Καθαρά». 

Ορισμένα από τα πλέον χαρακτηριστικά έθιμα της ημέρας αυτής, είναι τα εξής:

Το Γαϊτανάκι



   Αποτελεί ένα από τα ελάχιστα αποκριάτικα εθιμικά δρώμενα τοπικής προέλευσης που διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα. Είναι κυρίως χορευτικό δρώμενο και τελείται με τα υπόλοιπα δρώμενα που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας.

   Χορεύεται από έξι ζευγάρια χορευτών, γύρω από ένα μεγάλο στύλο που τον στηρίζει ένα μέλος της ομάδας. Στην κορυφή του στύλου είναι πιασμένες αρκετές πολύχρωμες κορδέλες, που είναι μακριές. Κάθε κορδέλα (γαϊτάνι) την κρατάει ένας χορευτής και τραγουδώντας κάποιο τραγούδι γυρνάει γύρω γύρω.





   Ο ένας χορευτής περνάει τη μια φορά μέσα και την άλλη από έξω από τον άλλον και έτσι οι κορδέλες πλέκονται πολύχρωμες πάνω στο κοντάρι δημιουργώντας διάφορα χρωματιστά σχέδια. Παραλλαγές Αυτό το έθιμο αναφέρεται και σε περιοχές όπως η Θεσσαλία, όπου την ομάδα πλαισίωναν και διάφορα άλλα εθιμικά πρόσωπα όπως ο Γκαραγκιόζης, το Γκαραγκιοζόπουλο, οι Κλέφτες κ.ά. με ανάλογη μεταμφίεση.





Ο Αλευροπόλεμος στο Γαλαξίδι



Ο Αλευροπόλεμος στο Γαλαξίδι, είναι ένα έθιμο που διατηρείται από το 1801. Εκείνα τα χρόνια, παρόλο που το Γαλαξίδι τελούσε υπό την τουρκική κατοχή, όλοι οι κάτοικοι περίμεναν τις Αποκριές για να διασκεδάσουν και να χορέψουν σε κύκλους. Ένας κύκλος για τις γυναίκες, ένας για τους άντρες. Φορούσαν μάσκες ή απλώς έβαφαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο. Στη συνέχεια προστέθηκε το αλεύρι, το λουλάκι, το βερνίκι των παπουτσιών και η ώχρα.



Το έθιμο λέγεται ότι έχει τις ρίζες του στη Σικελία, όπου οι ναυτικοί και έμποροι Γαλαξιδιώτες βρέθηκαν σε παρόμοια τοπικά λαϊκά γλέντια και τα μετέφεραν στον τόπο τους. Όμως, όλη αυτή η γιορτή παραπέμπει και σε διονυσιακές τελετές, αφού συνοδεύεται από την κατανάλωση άφθονου φαγητού και κρασιού. Χαρακτηριστικό του κεφιού της ημέρας είναι η έντονη παρουσία μουσικών οργάνων και συγκεκριμένα: νταούλια, καραμούζες, τύμπανα, και κουδούνες.


Το πέταγμα του αετού



   Ο χαρταετός πετάει  για πρώτη φορά γύρω στο 200 π.Χ στην Κίνα και τη Μαλαισία. Εκεί κατασκευάζονται οι πρώτοι χαρταετοί από μετάξι και μπαμπού και μάλιστα με τη μορφή που έχουν ως επί το πλείστον μέχρι σήμερα στις χώρες αυτές,  η οποία δεν είναι άλλη από τη μορφή του δράκου.

   Τον 15ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι εξερευνητές που ταξιδεύουν στις χώρες της Ασίας φέρνουν τους χαρταετούς στην γηραιά ήπειρο, όπου κατά τους δυο Παγκόσμιους πολέμους χρησιμοποιούνται ως συσκευές παρατήρησης.

Στην χώρα μας, πέρα από την κλασσίκη ονομασία χαρταετός, στη Θράκη τον λένε και πετάκι, ενώ στα Επτάνησα και φύσουνα.


Φαγητά



   Το πιάτο της ημέρας περιλαμβάνει νηστίσιμα, ως αποτοξίνωση από το πλούσιο φαγοπότι της Αποκριάς. Χαλβάς, ταραμάς, ελιές, πίκλες, θαλασσινά, φασολάδα, βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Τα νηστίσιμα συνοδεύονται από τη λαγάνα, ένα είδος άρτου χωρίς προζύμι, με ελλειπτικό σχήμα και πεπλατυσμένος για να ψήνεται εύκολα.

7.3.19

Κάρολος Κουν



   Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε στην Προύσα της Μικράς Ασίας στις 13 Σεπτεμβρίου 1908. Φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης και σπούδασε αισθητική στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης.

   Το 1942 ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης όπου και ανέβασε ΊψενΤζορτζ Μπέρναρντ ΣωΠιραντέλλο και μετά την απελευθέρωση για πρώτη φορά στην Ελλάδα ΛόρκαΤένεσι ΟυίλιαμςΜίλερ κ.ά. 

   Το 1959 ανέβασε τους Όρνιθες του Αριστοφάνη, παράσταση που θεωρήθηκε σκανδαλώδης λόγω της πρωτοποριακής της μορφής. Πραγματοποίησε περιοδείες σε χώρες του εξωτερικού κι έλαβε μέρος σε διεθνή φεστιβάλ, κυρίως με παραστάσεις αρχαίου δράματος.
   
   Επίσης το ίδιο έτος (1942) ίδρυσε τη Δραματική Σχολή του θεάτρου του, στην οποία μαθήτευσαν οι σημαντικότεροι σκηνοθέτες και ηθοποιοί της μεταπολεμικής γενιάς.


«Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το 1942 στην αρχή της Γερμανικής κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο νέο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή». Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία. Γι’αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης και θυσίας.»




Το 1984 το ελληνικό κράτος παραχώρησε έναν χώρο στην Πλάκα, για την ανέγερση του θεάτρου Κ. Κουν.
Προς τιμήν του θεσμοθετήθηκε το Βραβείο Κάρολος Κουν.




Το ελληνικό κοινό, χάρη στον Κουν, γνώρισε τα σύγχρονα ξένα θεατρικά ρεύματα, το θέατρο του «Παραλόγου», Ιονέσκο, Μαξ Φρις, Μπέκετ, Άλμπυ, Βάις, Πίντερ, Αραμπάλ, ενώ επανήλθε συχνά στους Ουίλλιαμς, Τσέχωφ, Μπρεχτ, Σαίξπηρ

   Πρόβαλε το ελληνικό έργο μέσα από τον Βυζάντιο, Κορομηλά, Καπετανάκη, Ξενόπουλο και δημιούργησε νέους συγγραφείς: τον Καμπανέλλη, την Αναγνωστάκη, τον Κεχαΐδη, τον Σκούρτη, τον Μουρσελλά, τον Αρμένη.



Η προτομή βρίσκεται στην είσοδο του Θεάτρου Τέχνης, εντός της στοάς. Αναπαριστά τον Κάρολο Κουν σε ώριμη ηλικία, με το κεφάλι ελαφρά στραμμένο και ένα ελαφρό μειδίαμα.

Αρχικές πηγές εδώ κι εδώ!