25.4.19

Εμφάνιση εκκλησίας 400 ετών σε λίμνη, έπειτα από μακρά περίοδο ξηρασίας και πτώση της στάθμης του νερού!


Συνήθως, σε περιόδους ακραίας ξηρασίας κατά τη διάρκεια των οποίων η στάθμη του νερού χαμηλώνει, η ανησυχία των κατοίκων της περιοχής μεγαλώνει. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους κατοίκους μιας μικρής πόλης στο νότιο Μεξικό, παρόλο που η στάθμη της κοντινής τους λίμνης έχει κατέβει κατά 25 μέτρα. 
Ο λόγος είναι πως με την πτώση της στάθμης του νερού αποκαλύφθηκαν τα ερείπια ενός ναού αποικιακού αρχιτεκτονικού στυλ, η οποία χρονολογείται πως χτίστηκε κατά τον 16ο αιώνα!
Γνωστός ως ο ναός του Σαντιάγκο, θεωρείται πως εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1770, λόγω της πανούκλας που είχε εξαπλωθεί στην περιοχή.



Η πρώτη φορά που εμφανίστηκε μέσα από το νερό ήταν το 1966, κατά τη διάρκεια της κατασκευής ενός φράγματος. Από τότε έχει εμφανιστεί ξανά μόνο δύο φορές. Το 2002 και το 2017 και αποτελεί πλέον δημοφιλές τουριστικό αξιοθέατο.



22.4.19

Το δάσος με τα λυγισμένα δέντρα!



   Ένα από τα πλέον περίεργα μέρη της κεντρικής Ευρώπης θεωρείται το λεγόμενο "Δάσος με τα λυγισμένα δέντρα", το οποίο βρίσκεται στην Πολωνία. 


   Τα (σχεδόν 400)  λυγισμένα αυτά δέντρα δεν αποτελούν μια "παραξενιά" της φύσης, αλλά πήραν το σχήμα τους από γεωπόνους, κατά τη δεκαετία του 1930, για άγνωστο πλέον λόγο!
   Οι βάσεις των κορμών των δέντρων είναι λυγισμένες κατά περίπου 90 μοίρες και όλες είναι στραμμένες προς τον Βορρά.



19.4.19

Η παγωμένη λίμνη Βαϊκάλη!




Η παλαιότερη (25 εκατ. χρόνων) και πιο βαθιά λίμνη του κόσμου (με βάθος 1.680 μ.) είναι η λίμνη Βαϊκάλη και βρίσκεται στη νότιο Σιβηρία κοντά στη πόλη Ιρκούτσκ.
Οι κάτοικοι της περιοχής την αποκαλούν δικαιολογημένα θάλασσα αφού έχει μήκος 650 χλμ. και πλάτος που ποικίλει από 30 ως 70 χλμ. Για να περπατήσει κάποιος γύρω της θα χρειαζόταν 4 μήνες καθημερινού βαδίσματος.

  Δέχεται τα νερά περίπου 300 ποταμών με κυριότερους τους Σελίγκα και Άνω Ανγκάρα. Στο εσωτερικό της λίμνης υπάρχουν 22 νησιά, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι το Ολχόν.
  Οι Μογγόλοι θεωρούν την λίμνη ως "ιερή θάλασσα" και πιστεύουν ότι στις απόκρημνες και βραχώδεις ακτές της κατοικούν κακά πνεύματα.




Τον χειμώνα είναι η κατάλληλη εποχή για βόλτες με έλκηθρο πάνω στη λίμνη καθώς για περίπου 5 μήνες, η επιφάνειά της καλύπτεται από στρώμα πάγου τόσο χοντρό, αλλά τόσο διάφανο που μοιάζει με γυαλί υψηλής αντοχής. Αντοχής τέτοιας ώστε το 1904, κατά τη διάρκεια του ρώσο-ιαπωνικού πολέμου πάνω στο πάγο της λίμνης χτίστηκε σιδηρόδρομος για τις μεταφορές 65 ατμομηχανών με 2.300 φορτωμένα βαγόνια!






Τα παγωμένα νερά της λίμνης είναι τα πιο διαφανή παγκοσμίως, καθώς ο επισκέπτης μπορεί να εντοπίσει ψάρια, φυτά ακόμη και πετρώματα σε βάθος έως 40 μέτρων!
 Αρχικές πηγές εδώ κι εδώ!




17.4.19

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν



   Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1805 στο Όντενσε, στο νησί Φιονία της Δανίας. Ο πατέρας του με τον καιρό ξέπεσε και δούλευε παπουτσής, για να ζήσει την οικογένειά του. Αλλά, μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του το Χανς ορφανό, με τη μητέρα του για μόνο στήριγμα.



   Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Πολλές φορές τον έβλεπαν να περπατά στο δρόμο σαν ονειροπαρμένος και το μυαλό του δεν το είχε πουθενά αλλού, παρά μόνο στα ποιήματα και στο διάβασμα. Προσπάθησε άδικα να μάθει την τέχνη του πατέρα του. Όταν τέλειωσε το σχολείο των άπορων παιδιών, μπήκε σε ένα ραφτάδικο, για να μάθει την τέχνη, αλλά ούτε και εκεί τα κατάφερε. Το ενδιαφέρον του κέρδισε το θέατρο, όπου αποστήθιζε ολόκληρες σκηνές από τα έργα που έβλεπε.

    Όταν ήταν με τους φίλους του, του άρεσε να απαγγέλλει και να τραγουδά. Ήταν δεκατεσσάρων χρονών, όταν, κυνηγώντας μια καλύτερη τύχη, έφθασε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά δεν τον δέχτηκαν.


   Το προσωπικό του καταφύγιο, τις όποιες ελεύθερες ώρες είχε, ήταν ένα μικρό κουκλοθέατρο. Έφτιαχνε με τα ίδια του τα χέρια τις κούκλες, τις έντυνε κι έδινε τις δικές του προσωπικές παραστάσεις, με έργα κυρίως του Σαίξπηρ, τα οποία απομνημόνευε με χαρακτηριστική ευκολία.

   Η χάρη του αυτή έφτασε στα αυτιά του βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκου του 6ου, ο οποίος ενδιαφέρθηκε προσωπικά για το παράξενο αυτό αγόρι. Τον έστειλε σ’ ένα από τα καλύτερα σχολεία της χώρας, καταβάλλοντας ο ίδιος τα δίδακτρα. Μετά κόπων και βασάνων, ο Χανς Κρίστιαν τελείωσε το Γυμνάσιο σε ηλικία 23 ετών. «Τα χρόνια αυτά ήταν τα πιο πικρά και σκοτεινά της ζωής μου», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. Στη συνέχεια γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.




   Ευτυχώς είχε ωραία φωνή κι άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα.


  Ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν θα διακριθεί και στην ταξιδιωτική λογοτεχνία. Από το 1833 ως το 1857 πραγματοποιεί 29 ταξίδια σε Ευρώπη, Ασία και Αφρική, γνωρίζεται με μεγάλες προσωπικότητες της εποχής και καταγράφει τις εμπειρίες του σε σειρά ταξιδιωτικών βιβλίων.

   Την Τρίτη 20 Απριλίου του 1841 ο Χανς Κρίστιαν Αντερσεν επιβιβάζεται στο πλοίο στον Πειραιά, ύστερα από διαμονή περίπου ενός μήνα στην Αθήνα, έχοντας ολοκληρώσει ένα από τα πολλά μεγάλα ταξίδια που πραγματοποίησε εκτός Δανίας από το 1833 ως το 1859.


   «Είμαι λυπημένος γιατί αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου εδώ» σημειώνει στο ημερολόγιό του, αφήνοντας πίσω του το μεγάλο λιμάνι της νέας πρωτεύουσας του πρόσφατου ελληνικού κράτους, στο οποίο λιμάνι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, υπάρχουν μόλις 120 σπίτια. 







   Τα βήματά του θα τον φέρουν ως την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Στο οδοιπορικό του «Το Παζάρι ενός ποιητή», που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Εστία» με τον τίτλο «Οδοιπορικό στην Ελλάδα» περιγράφει λεπτομερώς τη διαμονή στην Αθήνα.

   Παρά τις ανησυχίες και τις φοβίες του, δεν δίστασε να ταξιδέψει και να επισκεφτεί το Θησείο, το Φάληρο, τον Κολωνό και την Ακρόπολη, όπου ανέβαινε κάθε μέρα. Με ειδική άμαξα εξόρμησε στα χωριά των Μεσογείων, αλλά και τις πλαγιές της Πεντέλης.

   Ήταν τότε 36 ετών και είχε ήδη εκδώσει τρεις τόμους από τα παραμύθια του, που αν και έμελλε να τον καθιερώσουν στην παγκόσμια λογοτεχνία, αρχικά είχαν απογοητευτικές πωλήσεις.




   Το 1835 δημοσιεύει τα πρώτα του «Παραμύθια για παιδιά» και μόνο 8 χρόνια αργότερα κερδίζουν την επιδοκιμασία του κόσμου. Θα γράψει συνολικά 168 παραμύθια ως το 1872 με πιο γνωστά, «Τα κόκκινα Παπούτσια», «Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Το ασχημόπαπο», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι», «Το μικρό έλατο», «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» και «Η Τοσοδούλα».







   Την άνοιξη του 1872, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά και στις 4 Αυγούστου του 1875 πέθανε, σε ηλικία 70 ετών.

   Ενώ τα έργα του Άντερσεν είναι σχεδόν άγνωστα έξω από τη Δανία και τις γειτονικές της χώρες, τα παραμύθια του είναι από τα πιο πολυμεταφρασμένα έργα σ’ όλη την ιστορία της λογοτεχνίας. 

Μολονότι βασίζονται σε λαϊκούς θρύλους, τα περισσότερα χαρακτηρίζονται από έναν ηθικό ρεαλισμό, παρά απ’ την ανάγκη εκπλήρωσης μιας επιθυμίας. 

Οι κακοί δεν είναι δράκοι ή μάγισσες των λαϊκών μυθιστοριών, αλλά εκπρόσωποι ανθρώπινων αδυναμιών, όπως ματαιοδοξίας, σνομπισμού ή εγωιστικής αδιαφορίας. 

Ορισμένα από τα παραμύθια του αποκαλύπτουν μία αισιόδοξη πίστη στην επικράτηση του καλού και του ωραίου, άλλα είναι βαθιά απαισιόδοξα και έχουν δυσάρεστο τέλος.







   Τα παραμύθια του εμφανίζουν καθαρά το δημοκρατικό στοιχείο. Οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που όμως έχουν ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Στα έργα του απεικονίζει τη ρεαλιστική και σύγχρονή του ζωή της μικροαστικής τάξης των πόλεων και χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα.

   Στον Αντερσεν πιστώνεται, περισσότερο από ό,τι σε κάθε άλλον συγγραφέα, η καθιέρωση του είδους ως εργαλείου διαπαιδαγώγησης των παιδιών. Τα παραμύθια του, στα οποία συνδυάζει δημιουργικά τη λαϊκή παράδοση με τα προσωπικά του βιώματα, προβάλλουν το κοινωνικά αποδεκτό πρότυπο ηθικής και κοινωνικής συμπεριφοράς.




   Σήμερα, τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 150 γλώσσες και εξακολουθούν να τυπώνονται σε εκατομμύρια αντίτυπα ανά τον κόσμο. Μάλιστα, από το 1954 στην πατρίδα του απονέμεται προς τιμήν του το διεθνές Βραβείο Αντερσεν, μάλλον η ύψιστη τιμητική διάκριση για τους συγγραφείς και τους εικονογράφους λογοτεχνίας για παιδιά, ενώ από το 1966, ύστερα από απόφαση της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα, γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου την ημέρα των γενεθλίων του, στις 2 Απριλίου.





  • Αν θέλεις να διαβάσεις τρία από τα πιο γνωστά παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, κάνε κλικ σε καθεμία από τις παρακάτω εικόνες!

Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα

 Η Πριγκίπισσα και το ρεβύθι

Το Ασχημόπαπο


14.4.19

Τα 3 διηγήματα που ξεχώρισαν στον φετινό Διαγωνισμό του Σχολείου μας!

Από την Α' και τη Β' τάξη 

"Ο πιγκουίνος που φοβόταν το σκοτάδι"

   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πιγκουίνος που φοβόταν το σκοτάδι. Μια μέρα όταν πήγε στο σχολείο, είχε κοπεί το ρεύμα και ο πιγκουίνος φοβόταν. Μετά από λίγο ήρθε το ρεύμα και οι φίλοι του τον κορόιδευαν. όταν άρχισε να βρέχει και να ρίχνει αστραπές, όλοι οι φίλοι του πιγκουίνου φοβόντουσαν και τώρα ο πιγκουίνος τους κορόιδευε. Έτσι, όλοι κατάλαβαν ότι όλοι φοβούνται κάτι, αλλά ο πιγκουίνος δε φοβόταν πια το σκοτάδι.


Από τη Γ' και τη Δ' τάξη


«Το  νησί  του  χάλκινου  κάβουρα»

   Κάποτε σ’ ένα  μακρινό  ψαροχώρι  ζούσε  μία  φτωχή  οικογένεια   ψαράδων  που  είχε  τρεις  γιούς . Κάθε  πρωί  έπαιρναν τη  βάρκα  του  πατέρα  τους  και  πήγαιναν  για  ψάρεμα .

   Ήταν  ένα  πρωινό   σαν  όλα  τα  άλλα  η  μαμά  ετοίμασε  το  πρωινό  γάλα  με  ψωμί  και  ξύπνησε  τους  τρείς  γιούς  της .  Ο Θοδωρής  που  ήταν ο  πιο  μεγάλος  ετοίμασε  το καΐκι και τα  δίχτυα και  φώναξε  τα  αδέρφια  του για  να  ξεκινήσουν .

   Είχε  αρχίσει  να  ξημερώνει  και  τα  τρία  αδέρφια  δεν  είχαν  πιάσει  ούτε  ένα  ψάρι , τότε  ο Μάνος  που  ήταν  ο   μικρότερος   πρότεινε  να  πάνε  σε  πιο  βαθιά  νερά  έτσι  κι  έγινε .

   Αλλά  για  κακή  του  τύχη  ο  καιρός  άλλαξε , μαύρα  σύννεφα  γέμισε  ο  ουρανός  και  μια  τρομακτική  καταιγίδα  ξεκίνησε . Τα αδέρφια  ήταν  φοβισμένα  πιάστηκαν  όλοι  από  το  κατάρτι  και  χωρίς  να  το  καταλάβουν  η  βάρκα  βούλιαξε και  αυτοί  κρατημένοι  από  το  ξύλο  βρέθηκαν φουρτουνιασμένη  θάλασσα .

   Τότε  ένα  δελφίνι  τραβώντας  το  ξύλο  με  το  στόμα  του  τους  πήγε  σε  ένα  μικρό  νησί.

   Το  νησί  αυτό  ήταν  μικρό είχε  μία  αμμουδιά  και βράχια ,  αλλά  ήταν μαγικό  γιατί  ήταν  το  παλάτι  του  χάλκινου  κάβουρα .

   Όταν  ξύπνησαν  είδαν  μπροστά τους  κάποιους  κάβουρες  που  άρχισαν  να  τους  περικυκλώνουν , τα  παιδιά παραδόθηκαν  και  οι  κάβουρες  τους  πήγαν  μέσα  στο  παλάτι  εκεί  ο  χάλκινος  κάβουρας  διάταξε  να  τους  ρίξουν  στο  μπουντρούμι . Ο Αλέξης  ο  πιο  έξυπνος  από  όλους  είχε  μια  ιδέα : « Έχω  μέσα  στην  τσέπη  μου αγκίστρια» και  είπε  στα  αδέλφια  του  να  κόψουν  τα  κάγκελα  της  φυλακής. Αυτοί  τα  έκοψαν  καθώς  και  τα  κάγκελα  και των  άλλων  κρατουμένων . Έπειτα  ,  προχώρησαν  ήσυχα στον διάδρομο, άνοιξαν αθόρυβα την πόρτα του παλατιού και βγήκαν έξω .Αλλά τότε, ακούστηκε ο συναγερμός του παλατιού. Όλοι οι κάβουρες βγήκαν έξω μαζί με τους άλλους ανθρώπους που είχαν ελευθερωθεί. Ευτυχώς , μια βάρκα ήταν στην αμμουδιά ,την έσπρωξαν στη θάλασσα κι έφυγαν χωρίς να τους πιάσουν. Όλοι τώρα γύρισαν πίσω στο ψαροχώρι, είδαν ξανά τις οικογένειές τους .

   Η περιπέτεια που έζησαν ήταν απίστευτη κι όμως αληθινή…


Από την Ε' και τη Στ' τάξη

"Μπαχάρ"

   Ζωγράφου, Μάρτιος 2019

   Η νεαρή φοιτήτρια της πληροφορικής μπήκε στο δωμάτιό της στη φοιτητική εστία. Ήταν ευχαριστημένη, έγραψε άριστα στις εξετάσεις. Μέχρι να βράσει το νερό για το τσάι, άναψε την τηλεόραση. Έπαιζε ένα αφιέρωμα για την άνοιξη. 
   
   Στη γλώσσα της η άνοιξη λέγεται μπαχάρ. Αυτό είναι και το όνομά της. Το είχαν επιλέξει οι γονείς της, επειδή γεννήθηκε εκείνη την εποχή. Αναστέναξε. Πάνε χρόνια που δε γιόρταζε πια τα γενέθλιά της. 

Χαλέπι, Μάρτιος 2011

   Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα. Η πόλη ήταν γεμάτη ζωή. Με το σχολείο θα πήγαιναν περίπατο στο κάστρο πάνω στον λόφο. Θα συνόδευαν και οι γονείς της, που ήταν αρχαιολόγοι. Ενώ είχαν συγκεντρωθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων, ξαφνικά άρχισαν οι αεροπορικές επιδρομές. Μία βόμβα έπεσε πολύ κοντά στο σχολείο. Κατέρρευσε τμήμα της οροφής. Ανάμεσα στα πολλά θύματα ήταν και οι γονείς της Μπαχάρ. 

   Το ορφανό κορίτσι βρέθηκε μαζί με συγγενείς της να ακολουθεί ένα καραβάνι που εγκατέλειπε βιαστικά το Χαλέπι. Προορισμός η Ευρώπη. Μετά από πεζοπορία πολλών εβδομάδων, έφτασαν εξαντλημένοι στα τουρκικά παράλια και από εκεί με βάρκα στις ακτές της Λέσβου. Όσοι επέζησαν, εγκαταστάθηκαν σε προσφυγικούς καταυλισμούς.

   Τα χρόνια πέρασαν. Παρά τις μεγάλες δυσκολίες, η Μπαχάρ κατόρθωσε να μπει με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο. 

   Σε λίγο καιρό κλείνει τα 19. Όμως δε νιώθει χαρούμενη. Της λείπει η οικογένειά της, που την κατέστρεψε ο πόλεμος. 


22.3.19

Θεόδωρος Βρυζάκης




   Ο Θεόδωρος Π. Βρυζάκης (Θήβα19 Οκτωβρίου 1814 – Μόναχο6 Δεκεμβρίου 1878) ήταν ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και ο θεμελιωτής της «Σχολής του Μονάχου».
   Γεννημένος στη Θήβα το 1814, επτά χρόνια πριν από την κήρυξη της Επανάστασης του 1821, ο Θεόδωρος Βρυζάκης έζησε τα σκληρά χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την ίδρυση του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο πατέρας του, Πέτρος Βρυζάκης, απαγχονίστηκε από τους Τούρκους τον Μάιο του 1821, τον πρώτο καιρό του αγώνα. Σε ηλικία 18 ετών, το 1832, με την ενθάρρυνση ενός Γερμανού φιλόλογου, μετανάστευσε στο Μόναχο της Βαυαρίας, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του.
   Στο Μόναχο άρχισε να ασχολείται με την ζωγραφική, απεικονίζοντας σχεδόν αποκλειστικά θέματα από την Επανάσταση του 1821. Το 1844 έγινε δεκτός στην Ακαδημία του Μονάχου, λαμβάνοντας για τα επόμενα έντεκα χρόνια, μέχρι το 1855, την υποτροφία της ελληνικής παροικίας της πόλης. Δάσκαλοι και φίλοι του υπήρξαν ορισμένοι εξαίρετοι καλλιτέχνες φιλελληνικών θεμάτων της εποχής του ρομαντισμού: ο Carl Wilhelm von Heideck, ο Πέτερ φον Ες, ο Heinrich von Mayer, και άλλοι. Κατά την δεκαετία 1845–1855, ταξίδεψε και έζησε σε διάφορες πόλεις της Δυτικής Ευρώπης για καλλιτεχνική ενημέρωση, με εξαίρεση τη διετία 1848–1850, όταν και επέστρεψε προσωρινά στην Ελλάδα.




   Στους πίνακές του, το ενδιαφέρον του ζωγράφου επικεντρώνεται στην ενδυμασία των ατόμων και το στήσιμο της σκηνής γύρω από αυτά. Ωστόσο, αυτή η όμορφη θεατρικότητα των έργων του έχει ως αποτέλεσμα να διακρίνεται με δυσκολία κάποιο αίσθημα στα πρόσωπα που απεικονίζει. Μάλιστα το 1848 ως το 1851 ήρθε στην Ελλάδα και μελέτησε από κοντά τις τοποθεσίες όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της  Ελληνικής Επανάστασης, τις μορφές των αγωνιστών, τις στολές και τις ενδυμασίες.
   Πέθανε στο Μόναχο το 1878 και κηδεύτηκε στο τότε Α΄ Νεκροταφείο της πόλης. Με την διαθήκη του, άφησε κληρονομιά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών όλα τα έργα τού ατελιέ του καθώς και 760 μάρκα για την επισκευή της οροφής της ελληνικής εκκλησίας του Σωτήρος (Salvatorkirche) στο Μόναχο.


 Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1853


Η υποδοχή του Λόρδου Βύρωνα στο Μεσολόγγι, 1861


  • Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη, 1855


Προσωπογραφία Αναγνωστόπουλου


  • Ο αποχαιρετισμός στο Σούνιο, 1863


"Υπέρ πατρίδος το παν", 1858


  • Τυφλός τραυματίας, 1850


  • Παραμυθία, 1847


  • Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης, 1865


  • Δύο πολεμιστές, 1855


  • Πολεμική σκηνή


  • Πολεμικό συμβούλιο


Η θυσία του Καψάλη


Αρχικές πηγές εδώ, εδώ